Δευτέρα, 18 Σεπτεμβρίου 2017

Τα χέρια αν μπορούσαν να μαδήσουν


Τ' όνομά σου προφέρω
τη σκοτεινή αυτή νύχτα
και μου ηχεί τ' όνομά σου
μακρινό όσο ποτέ.
Μακρυνότερο απ' όλα
τ' άστρα και πιο θρηνώδες
κι από βροχή γαλήνια.

Θα σε θέλω, όπως τότε
καμιά φορά; Ποιό λάθος
έχει η καρδιά  μου κάνει;
Αν διαλύεται η καταχνιά,
άραγε, ποιό άλλο πάθος
με περιμένει; Θα 'ναι
ήρεμο κι αγνό τάχα;
Αχ, αν τα δάχτυλά μου
μπορούσαν να μαδήσουν
ετούτο το φεγγάρι!

Φ. Γκ. Λόρκα



Δευτέρα, 4 Σεπτεμβρίου 2017

Θέλω να φύγω πια από δω


Θέλω να φύγω πια από δω, θέλω να φύγω πέρα,
σε κάποιο τόπο αγνώριστο και νέο
θέλω να γίνω μια χρυσή σκόνη μες στον αιθέρα,
απλό στοιχείο, ελεύθερο, γενναίο.

Σαν όνειρο να φαίνονται απαλό και να μιλούνε
έως την ψηχή τα πράγματα του κόσμου
ωραία να 'ναι τα πρόσωπα και να χαμογελούνε,
ωραίος ακόμη ο ίδιος εαυτός μου.

Σκοτάδι τόσο μπορεί εκεί να μην υπάρχει, θεέ μου,
στη νύχτα, στην απόγνωση των τόπων,
στο φοβερό στερέωμα, στην ωρυγή του ανέμου,
στα βλέμματα, στα λόγια των ανθρώπων.

Να μην υπάρχει τίποτε, τίποτε πια, μα λίγη
χαρά κι ικανοποίηση να μένει,
κι όλοι να λένε τάχα πως έχουν για πάντα φύγει,
όλοι πως είναι τάχα πεθαμένοι.

Κ. Γ. Καρυωτάκης

Κυριακή, 3 Σεπτεμβρίου 2017

Πάει και το φεγγάρι.



Το φεγγάρι, το φεγγάρι
τόσο προσκολλημένο ήταν στο στήθος μου
στην κοιλιά, γι' αυτό δεν το κοιτάζω πια
το αποφεύγω, όπως και τον καθρέφτη.
Το φεγγάρι βγάζει τώρα
ένα χλωμό, υποτονικό φως
που μονότονα λούζει και θυμίζει
άλλες στιγμές όταν νύχτα με τη νύχτα
μεγάλωνε το δρεπάνι
μαζί με τον πόθο
μαζί με την ιδέα  της πληρότητας.
Πανσέληνος, το σύμπαν εκσπερμάτωνε
και συ στα βότσαλα υγρή
θαρρούσες πως είχες συλλάβει
το νόημα της δημιουργίας.
Κι ονειρευόσουν μια εποχή μεταφυσική
όπου κανένας ήλιος κοφτερός
δε θα διέκοπτε το ποίημα
αφού του φεγγαριού το φως
φως ασημένιο
πιο ερωτικά σε άγγιζε απ' το χρυσό της μέρας.
Νόμιζες ανόητο θηλυκό,
πως στο φεγγάρι θα λικνιζόσουνα
για πάντα... Αλλά,
Πάει κι αυτό, πάει και το φεγγάρι.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ

Δευτέρα, 28 Αυγούστου 2017

Η θάλασσα



Η θάλασσα είναι σαν τον έρωτα:
μπαίνεις και δεν ξέρεις αν θα βγεις.

Πόσοι δεν έφαγαν τα νιάτα τους-
μοιραίες βουτιές, θανατερές καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια αθέατα, 
ρουφήχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.

Αλίμονο αν κόψουμε τα μπάνια
μόνο και μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Αλίμονο αν προδώσουμε τη θάλασσα
γιατί έχει τρόπους να μας καταπίνει.

Η θάλασσα είναι σαν
τον έρωτα:
χίλιοι τη χαίρονται - ένας την πληρώνει.

Ντ. Χριστιανόπουλος

Τίποτα